Roamer….όπως πάντα….

Φεβρουαρίου 23, 2009

2009-02-23_003223

Οι μέρες περνάνε, συνεχώς. Οι Αλκυονίδες μέρες τελείωσαν και ο χειμώνας ήρθε και πάλι με το ψυχρό του άγγιγμα. Κι εγώ κάθομαι με ένα ποτήρι λευκό κρασί (ίσως και δύο) και διαβάζω τα νέα από τους δικτυακούς μου φίλους. Γυρνάω στο δικό μου ιστολόγιο. Και βλέπω μια περίεργη κινητικότητα στα παλιά μου posts. Πατάω πάνω σε ένα από αυτά τα παλιά posts. Ήταν ένα από ένα όχι και τόσο παλιό καιρό. Τότε που ετοιμαζόμουν για τη μεγάλη ζωή, τη διαφορετική. Που θα ξέφευγα από το πατρικό μου και θα ερχόμουν στη μεγάλη πόλη να ζήσω τα πιο όμορφα και ξέγνοιαστα χρόνια της ζωής μου. Τα φοιτητικάτα μου. Μπούρδες. Ναι, δε λέω, πολύ ωραία η ανεξαρτησία, πολύ όμορφα όλα αυτά που ζω καθημερινά χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτήσω σε κανέναν. Αλλά στο μυαλό μου έρχονται και άλλες αναμνήσεις. Τότε που έγραφα ότι οι τάσεις φυγής μου δεν θα με εγκαταλείψουν ποτέ, και δεν ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα μου. Και δεν έπεσα καθόλου έξω. Χρειάστηκε μόνο ένα σαββατοκύριακο στις Σέρρες και μια σπίθα που έκανε μέσα μου να ξυπνήσει η πυρκαγιά.

Και πάλι θέλω να αποδράσω λοιπόν. Μόνο που τώρα τα ταξίδια έγιναν πιο περίπλοκα. Δεν θέλω μόνο να ταξιδέψω στον χώρο, μα και στο χρόνο. Να γυρίσω και πάλι πίσω σε εκείνες τις ημέρες. Να μου ρίξω ένα γερό χαστούκι και να μου πω πόσο αχάριστος υπήρξα και ίσως ακόμα υπάρχω. Και να ζήσω για μια ακόμα φορά τα όμορφα απογεύματα που βλέπαμε μαζί με την Α. τον ήλιο να βυθίζεται πίσω από το βουνό που έδινε αυτήν την υπέροχη πορτοκαλί όψη στο νερό και τις ροζ αποχρώσεις στα σύννεφα. Και λέγαμε ότι δεν πρόκειται ποτέ να χαθούμε στο μέλλον. Μπούρδες.

Χαθήκαμε και όχι μόνο χαθήκαμε, γίναμε δυο ξένοι. Και δυστυχώς δεν είναι στο χέρι μου πλέον να έρθουμε και πάλι κοντά. Είναι μόνο στο χέρι της. Κι απ’ ότι φαίνεται δεν το θέλει τόσο πολύ όσο το θέλω εγώ. Δεν ξέρω τι παθαίνω, αλλά αυτές τις ημέρες με έχει πιάσει μια τρελή νοσταλγία. Γι’ αυτά που πέρασαν και ίσως να μην γυρίσουν και ποτέ πίσω, αλλά και γι αυτά που δεν έχουν έρθει ακόμα και μπορεί να μην έρθουν και ποτέ. Ίσως μιλάει το τρίτο ποτήρι κρασί που πίνω, αλλά γίνεται να νοσταλγείς πράγματα που δεν έχουν έρθει ακόμα; Νοσταλγία-νόστος-περιπλάνηση-επιστροφή.

Σα να παραφόρτωσα σκέψεις και πράγματα το μυαλό μου και τις έγνοιες μου…

Fresh start! Αλήθεια πόσα fresh starts δικαιούμαστε σε αυτήν τη ζωή; Μήπως είμαι επιπόλαιος; Μήπως είμαι ακόμα ανώριμος, παρά τα σημάδια και τους γύρω μου που μου λένε να χαλαρώσω και να μην τρέχω περισσότερο από έναν εικοσάχρονο της εποχής μου; Πρέπει να ζυγίσω τα πράγματα. Να δω αυτά που με κάνουν ευτυχισμένο και αυτά που δεν με κάνουν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω την ευτυχία με κανέναν τρόπο. Μπορώ όμως να αποκλείσω αυτά που δεν με κάνουν και τόσο. Οπότε, κάνω υπομονή και συνεχίζω. Μέχρι πότε; Θα δείξει. Ίσως και για πάντα.

Δεν ξέρω πως πρέπει να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου. Με όρεξη και διάθεση για καινούρια πράγματα, καινούριες παρέες καινούριες τοποθεσίες, εμπειρίες και μέρη σε πολύ λιγότερο χρόνο απ’ όσο χρειάζεται για να συνηθίσω ένα μέρος που βρίσκομαι στην παρούσα φάση. Και οι τάσεις φυγής επιστρέφουν και πάλι στο προσκήνιο. Ένα απλό έναυσμα που σε πολλούς θα περνούσε απαρατήρητο, μέχρι τερατώδη σημάδια που μου λένε: ΦΥΓΕ! Θα ηρεμήσω ποτέ ή θα είμαι πάντοτε σε αυτήν την εγρήγορση; Κανένας δεν ξέρει. Εδώ δεν ξέρω εγώ, θα ζητήσω από τους άλλους να μου δώσουν απαντήσεις;

Ωραία ξεκίνησε και πάλι η εβδομάδα μας. Μια ομορφιά. Σταματώ εδώ γιατί θα μπορούσα να γράφω πολύ περισσότερα που θα γέμιζαν το ιστολόγιο…. Ίσως κάποια άλλη στιγμή. Κάποια στιγμή ίσως αράξω κι εγώ λιγάκι…. Maybe tomorrow….

2454427734_476c79e1c8

Advertisements

Escape!

Φεβρουαρίου 16, 2009

Απέδρασα! Επιτέλους! Παρασκευή πρωί, σηκώνομαι από τις οχτώ το πρωί, ετοιμάζω την βαλίτσα μου και φεύγω για τη δουλεία και πρωινό καφεδάκι το κυλικείο. Τέσσερεις ώρες σουρεαλισμού, τέτοιο βρυσίδι παιδιά δεν έχω ξαναφάει στη ζωή μου, αλλά λέω «δε γαμιέται» ούτως ή άλλως είχα άλλα στο μυαλό μου, το ταξιδάκι, τη διαδρομή, τα πρόσωπα που θα δω και που μου έχουν λείψει…. Κατ ευθείαν τρέχοντας δύο παρά προλαβαίνω στο τσακ το λεωφορείο για Χαλκίδα!!! Ουυφφ… Κι από εκεί οι γονείς μου έρχονται και με παίρνουν και ξεκινάει το ταξιδάκι…. Το γνωστό ταξιδάκι με τους γονείς μου που κάνουμε χρόνια τώρα όταν πηγαίνουμε στη γιαγιά. Μόνο που κάτι άλλαξε, πλέον οδηγώ κι εγώ στη διαδρομή! Κι αν δεν είχα τη μάνα μου να με πρήζει, «μην τρέχεις θα σκοτωθούμε, και στο πα ρε Βαγγέλη, δεν είναι ακόμα έτοιμος για τέτοια ταξίδια!» και ο πατέρας μου να συμπληρώνει: «Άστο το παιδί να οδηγήσει ρε Ελένη!». Σουρεάλ κατάσταση κι εκεί, και με έναν δρόμο όπου περάσαμε όλες τι κλιματικές αλλαγές, από λιακάδα μέχρι και χιόνι! Φτάνουμε Σέρρες…. Είχα καιρό να πάω, πάνω από χρόνο. Η πόλη έχει αλλάξει. Τα πρόσωπα γνωστά, λίγο αλλαγμένα κι αυτά, αλλά τα αναγνωρίζεις…. Ηρεμία, καφεδάκι το πρωί, βόλτα το μεσημεράκι για καφέ, και έξοδο το βράδυ. Στο σπίτι τα υπέροχα φαγητά της γιαγιάς και τα τρελόγατα της θείας! Το βράδυ, ποτό με τον αδερφό μου σε ένα κλαμπάκι αρχικά και μετά σε ένα Rock club, όπου ο προτζέκτορας έδειχνε τα video clip και η πόρτα της τουαλέτας να έχει την επιγραφή πάνω από τα χαράγματα των χιλιάδων περαστικών, ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ. Μου είχε λείψει ο αδερφός μου. Συζητήσαμε για ώρες, για γυναίκες, για την ζωή μας για τις σχολές…. Περιανέμων και υδάτων. Αλλά αυτά είναι τα όμορφα τελικά…. Κυριακή μεσημέρι, παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής. Πέντε ώρες ταξίδι, ο «άψογος» οδηγός της μαμάς, (δεν πήγα πάνω από 150χλμ) κι ένα τοπίο που ποτέ να μην μένει ίδιο, πάντα να αλλάζει, από την κοιλάδα των Τεμπών μέσα στο πράσινο, και τα θεόρατα βουνά, μέχρι τον θεσσαλικό κάμπο με τις ατελείωτες εκτάσεις γης, μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο που φαινόταν από μακρυά με την θάλασσα (ο Μαλλιακός πλέον έχει έναν πολύ ευχάριστο δρόμο πλην ελαχίστων κομματιών) να μου κρατάν συντροφιά μαζί με τον Οδυσσέα Τσάκαλο…. Και πάλι επιστροφή στα ΚΤΕλ και το λεωφορείο για την Αθήνα…. Κουραστικό ταξίδι, αλλά άκρως απολαυστικό….

Η αλήθεια είναι ότι το ευχαριστήθηκα όσο δεν πάει άλλο…. Είχα να αποδράσω έτσι σχεδόν ένα χρόνο. Να ξεκινήσω να πάω κάπου και να μην σκέφτομαι τίποτα, μόνο να περνάω καλά…. Και με ανανέωσε απίστευτα αυτή η mini εξόρμηση, προάγγελος της επόμενης, της μεγάλης. Και τα συμφώνησα με τον εαυτό μου. Δεν θα ξαναφήσω ούτε μια ευκαιρία τέτοια να πάει ξανά χαμένη! Μη σου πω θα τις επιδιώκω…. Αυτός είμαι στην τελική, ένας Roamer, ένας ταξιδευτής. Που δεν μπορεί τη μούχλα, ούτε την στασιμότητα…. Γι αυτό και από εδώ και στο εξής δεν θα με σταματάει καμιά δικαιολογία….

Καλές περιπλανήσεις να έχουμε, όπου και όπως κι αν είναι αυτές!

Και καλή εβδομάδα!


So many rainy days in our lives!

Φεβρουαρίου 10, 2009

Αλκυονίδες μέρες. Όπως βγήκε ο ήλιος έτσι ξαφνικά, έτσι άρχισαν να φτιάχνουν και πάλι τα πράγματα στη ζωή μου. Γιατί αυτό είναι κύκλος και γυρίζει. Κι όπως δεν μπορείς να έχεις μια ζωή λιακάδα έτσι δεν μπορείς να έχεις και μια ζωή χαρές σε αυτή τη ζωή. Κι μάλλον είναι καλύτερα έτσι. Στο κάτω κάτω όλο ήλιο, θα βαριόσουν κάποια στιγμή. Είναι ωραία και η βροχή. Αυτή που πέφτει συνεχόμενη, που σε κάνει μούσκεμα κι εσύ εξακολουθείς να περπατάς σαν τον τρελό.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά, πως την ημέρα που έγραφα πανελλαδικές μαθηματικά κατεύθυνσης, όταν μπήκαμε μέσα είχε έναν υπέροχο ήλιο, όλο αισιοδοξία. Στην πορεία των δύο ή τριών ωρών, δεν θυμάμαι πλέον πόσο χρόνο δίνανε, άρχισε να σκοτεινιάζει ο καιρός. Όταν βγήκαμε από την σκοτεινή πλέον αίθουσα, άρχισε ο ουρανός να ρίχνει και να ρίχνει και να ρίχνει…. Δεν είχα πάει τόσο καλά όσο περίμενα εν τέλει, πήγα και στο φροντιστήριο να δω και τα αποτελέσματα. Καταιγίδα λοιπόν τα αποτελέσματα. Και ξεκίνησα να πάω στο μαγαζί του πατέρα μου από το φροντιστήριο, μισή ώρα δρόμο, χωρίς ομπρέλα, με τα πόδια. Η βροχή με είχε κάνει μούσκεμα, αλλά εμένα δεν με ένοιαζε. Συνέχιζα να περπατάω. Και να σκέφτομαι πόσο ηλιόλουστη ξεκίνησε η μέρα, και πόσο βροχερή και μουντή κατέληξε. Περπατούσα με σκυφτό το κεφάλι, βυθισμένος μέσα στις σκέψεις μου. Οι περαστικοί παίζει να με πέρασαν και για τρελό… «Ποιος νοιάζεται…».

Έφτασα στο μαγαζί είπα τα καθέκαστα στον πατέρα που ήταν μέσα στην αγωνία, βλέποντας με να σκίζομαι όλη τη χρονιά, προφανώς είδε την απογοήτευσή στο πρόσωπό μου. Το μόνο που είπε, «Δεν πειράζει Λιάκο, θα δούμε και θα πράξουμε. Δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου….» Και πραγματικά δεν είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Είχα γράψει ήδη τα μισά μαθήματα και μου έμενε η Φυσική κατεύθυνσης, οι υπολογιστές και το ΑΟΘ. Κι εκείνη τη στιγμή πείσμωσα ακόμα πιο πολύ! Δεν άφησα να με πάρει από κάτω. Φαίνεται η βροχή είχε κάνει τη δουλεία της. Γιατί αν και με έκανε μούσκεμα, με είχε λυτρώσει. Γιατί κατά βάθος με αυτό το μάθημα είχε φύγει ένα βάρος. Και πάλεψα στα υπόλοιπα μαθήματα και κέρδισα. Και εν τέλει, όταν ήρθαν και τα πραγματικά αποτελέσματα δεν είχα πάει και τόσο χάλια. 16,2 είναι ένας αξιοπρεπέστατος βαθμός για τα μαθηματικά κατεύθυνσης. Όχι όπως το περίμενα, αλλά τι έρχεται σε αυτήν τη ζωή όπως το περιμένεις;

2258626354_431eb8f943

Έκτοτε αγαπάω πολύ την βροχή. Όχι μόνο να την κοιτάζω μέσα από το τζάμι και να ακούω μια μουσική που να με μεταφέρει αλλού, αλλά να γίνομαι μέρος της. Να με βρέχει, να με κάνει μούσκεμα. Γιατί ξέρω, πως μετά την βροχή, ένας ήλιος λαμπερός θα βγει, και θα με ζεστάνει…. Όπως βγήκε και εκείνο το απόγευμα, όπως επέστρεφα με την μητέρα μου στο σπίτι. After all, life isn’t that bad….

Το πιο πιθανό, όταν βγαίνω τις βροχερές αυτές ημέρες του Φλεβάρη στην ταράτσα της πολυκατοικίας, εάν με δει κανένας γείτονας να με περάσει για τρελό. Αλλά δεν με ενδιαφέρει. Κάνω αυτό που θέλω, αυτό που χρειάζομαι. Στην τελική δεν πειράζω κανέναν. Με βοηθάει, να συμβιβάζομαι σε αυτά που έχω και σε αυτά που μερικές φορές δεν έρχονται όπως ακριβώς τα θέλω…. Με λυτρώνει.

Με, ή χωρίς ομπρέλα, η βροχή είναι μέρος της ζωής μας. Όπως και οι ηλιόλουστες ημέρες επίσης. Δεν είναι θέμα συμβιβασμού. Είναι θέμα του κατά πόσο έχεις αποδεχτεί τη ζωή και την σοφία που αυτή περικλείει. Είμαστε πολύ μικροί και αυτή πολύ σοφή για να την αμφισβητούμε. Και μας δείχνει πόσο μεγάλο λάθος κάνουμε, όταν τολμάμε να της αντισταθούμε ή προσπαθούμε να την αλλάξουμε.

Και μην ξεχνάμε, πως αργά η γρήγορα, ο ήλιος πάλι θα βγει, σωστά; Και που ξέρετε, ίσως μετά τη βροχή, να εμφανιστεί μπροστά σας και κανένα ουράνιο τόξο!

Κλείνω με το πανέμορφο κομματάκι των Coldplay με τίτλο, τι άλλο;

Rainy Day! Απολαύστε το! Παίζει και πάνω από γιουτούμπ! :P

Then there was rain
The sky wore a veil of gold and green
At night it was the bright of the moon with me
Time is just floating away


Oh rainy day, come ’round
Sometimes I just want it to slow down
And we’re separated now, I’m down
But I love when you come over to the house

I love it when you come ’round to my house


Then there was rain
The sound foundations are crumbling
Through the ground comes a bit of a-tumbling
And time was just floating away
We can watch it and stay
And we can listen

Oh rainy day, come ’round….

Κι ένα ακόμα videaki που βρήκα πάλι από γιουτούμπ και δείχνει απλώς μια βροχερή ημέρα! (Για να μην ξεχνιόμαστε!)


Κι αν τραγούδια θα γράψω κι αν θάλασσες κλάψω…

Φεβρουαρίου 3, 2009

pink

Περπατούσε στο δρόμο σαν χαμένη. Γι αυτήν κείνη τη στιγμή δεν υπήρχε δρόμος που να την βγάλει κάπου. Δεν υπήρχε δρόμος για τον γυρισμό. Ο Ορέστης είχε ένα ατύχημα….

Άναψε μηχανικά ένα τσιγάρο καθώς προσπαθούσε να κατανοήσει τα λόγια που γυροφέρνανε μέσα στο μυαλό της και δεν ήθελε να καταλάβει. «Ένα σοβαρό ατύχημα….» Μα μόλις εχθές ήταν μαζί και περνάγανε μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ζωής τους…. «Ίσως και την χειρότερη….» Σκέφτηκε. Το ψιλόβροχο άρχισε να γίνεται πιο δυνατό. Έσφιξε πιο γερά το ροζ κασκόλ της που τη έκανε ’’προκλητικά ακαταμάχητη’’ για να προστατέψει τον υπέροχο λαιμό της. Ήταν πανέμορφη, ακόμα και τώρα, σε αυτήν την τρομακτική έκφραση που είχαν πάρει τα μάτια της και τις ρυτίδες που είχαν χαρακώσει το μέτωπό της….

Μπήκε μέσα στην εθνικό κήπο. Τριγύρισε λίγο μέσα στα δέντρα. Εκεί ήταν το πρώτο ραντεβού τους. Εκεί πίσω από τους πυκνούς θάμνους και την τεράστια καστανιά στο παγκάκι κοντά στη λίμνη την είχε φιλήσει για πρώτη φορά. Ήταν καλοκαιράκι, ο ήλιος μόλις που έπεφτε και η ατμόσφαιρα είχε πάρει μια δροσερή αύρα…. Το φιλί τους ήταν καυτό και υγρό…. «Χμμ, γεύση βανίλια…» της είχε πει τότε. «Θέλω όποτε σε φιλάω να αισθάνομαι αυτήν την υπέροχη γεύση στα χείλη μου….» Ένα κρώξιμο από τα κλουβιά πιο κάτω την έφεραν στο παρόν. «Τι θα κάνω τώρα;»

Βγήκε από τον κήπο με δύο μαύρα ποτάμια να τρέχουν από τα μάτια της. Η μάσκαρα είχε βάψει σε πένθιμο χρώμα την διάθεσή της. «Έλα Χριστίνα, ο Ορέστης….εεε….έφυγε….» δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό της αυτό το πράγμα…. ΑΥΤΗ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΕ!

…………………………………………………………………..

Είχε ξημερώσει κι ακόμα δεν είχε κλείσει έστω για λίγο τα βλέφαρά του. Την είχε πληγώσει πολύ. Και δεν το ήθελε. Ούτε καν που του πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσαν να έχουν τέτοια κατάληξη τα πράγματα… «ΦΥΓΕ!!!!….». ήταν η κραυγή της που του είχε σφηνωθεί μέσα στο κεφάλι και δεν τον άφηνε να ησυχάσει…. Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο και κατέβασε και την τελευταία γουλιά που είχε απομείνει από το Whisky. «Κάτι πρέπει να κάνω για να με συγχωρέσει…. Κάτι για να της δείξω ότι ακόμα την αγαπάω…. Μάλλον θα πρέπει να σταματήσω από αυτό το πράγμα που με ώθησε να την πληγώσω τόσο πολύ….» Πέταξε το ποτήρι στον τοίχο και έσκυψε ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε. Έπιασε τα ξανθά του μαλλιά και άρχισε να κλαίει. «Σ’ αγαπώ….»

Με ταχύ βήμα κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Στον καθρέφτη υπήρχαν ακόμα τα γράμματα από το κόκκινο κραγιόν της να του υπενθυμίζουν την πίστη και την αιώνια υπόσχεσή της. «Θα σ’ αγαπάω για πάντα!». Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του για να συνέλθει, έβαλε το αγαπημένο της κόκκινο πουλόβερ του, έριξε μια ματιά από το μπαλκόνι προς την θάλασσα και το απέραντο γαλάζιο που φαινόταν μπροστά του να ματώνει από τις ακτίνες του ηλίου κι πήρε τον δρόμο προς το σπίτι της….

………………………………………………………………

black

Ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι του Φλεβάρη, όπου ο ουρανός ήταν γκρι και τα σύννεφα έκλαιγαν, μια πορεία ακολουθούσε τον Ορέστη στο έσχατο μέρος. Όλοι κλαίγανε. Η μητέρα του, ο αδερφός του, φίλοι και οι συγγενείς του. Μόνο εκείνη έμενε ατάραχη στο όλο θέαμα. Ακολουθούσε την πομπή με το μαύρο παλτό και το ροζ κασκόλ της να διακοσμεί τον αλαβάστρινο λαιμό της. Ανέκφραστη σα να της είχαν φορέσει μια μάσκα. Στο χέρι της κρατούσε ένα moleskin. Το moleskin του Ορέστη. Η ταφή έγινε σε γρήγορους ρυθμούς κάτω από την δυνατή και ακατάπαυστη βροχή. Όλοι πέταξαν από ένα λουλούδι. Εκείνη, ξετύλιξε το κασκόλ της, το αγαπημένο του ροζ κασκόλ της και το πέταξε με δύναμη…. Μετά αποχώρησε…. Άφησε την βροχή να κάνει όλα τα υπόλοιπα. Να την βρέξει να την ποτίσει, να την διαπεράσει και να σβήσει την τελευταία φωτιά που είχε απομείνει μέσα στην καρδιά της. Αλλά δεν τα κατάφερε καλά. Έμεινα ακόμα μια σπίθα μέσα της. Και σύντομα θα γινόταν η νέα πυρκαγιά στη ζωή της….

Άνοιξε το moleskin. Στην πρώτη σελίδα υπήρχε ένα ξεραμένο φύλλο. Ήταν φύλο από την καστανιά, εκείνη την πρώτη φορά που της εξέφρασε την αγάπη του. Και μύριζε ακόμα βανίλια. Όλη η σελίδα ποτισμένη από κάποιο άρωμα που είχε βρει για του την θυμίζει…. Διάβαζε κάθε σελίδα αχόρταγα και έβρισκε μικρά κειμήλια από διάφορες μικρές ευτυχισμένες στιγμές που είχαν περάσει μαζί και που εκείνης της είχαν περάσει απαρατήρητες…. Τότε έκλαψε πικρά με λυγμούς για όλα όσα είχε χάσει και γιατί το moleskin είχε μείνει μισό. Προς τα μισά, το μόνο που βρήκε ήταν ένα σ’ αγαπώ και μια προσωπογραφία της φτιαγμένη από κάρβουνο. Ήταν η τελευταία σελίδα όλης της Ιστορίας…. Το ραδιόφωνο έπαιζε Nama.

Κι αν τραγούδια θα γράψω

κι αν θάλασσες κλάψω….για σένα…

πίσω δεν θα γυρίσω, φιλιά να ζητήσω….χαμένα…

flower

………………………………………………………………

«Ορέστη!!!!!! Πρόσεχε!!!» ξεφώνισε με όλη της τη δύναμη, εκείνος, ακούγοντας την άρχισε να τρέχει ακόμα πιο γρήγορα, μέχρι που σκόνταψε πάνω σε μια πέτρα και χτύπησε το πόδι του…. «Μαμά!!!», άρχισε να ξεφωνίζει ο μικρός, καθώς η Χριστίνα έτρεχε προς το μέρος του για να τον περιθάλψει. Είχε ματώσει το πόδι του και έκλαιγε περισσότερο από φόβο παρά από πόνο…. Εκείνη, τον πήρε μια αγκαλιά του φίλησε τις ξανθιές του μπούκλες και του σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του και το αίμα που είχε τρέξει στο πόδι του…. «Είδες; Καλύτερα έτσι!» και του έκλεισε το μάτι.

moleskin

Κάθισε ξανά στο παγκάκι, μέσα στον εθνικό κήπο, στο ίδιο γνωστό παγκάκι. Ήταν καλοκαίρι. Έβγαλε από την τσάντα της το moleskin, πέρασε τα γνωστά κι αγαπημένα γράμματα, πέρασε και την σκισμένη σελίδα που υπήρχε ακριβώς δίπλα από το σ’ αγαπώ και το θλιμμένο πρόσωπό της και ακούμπησε το μαντήλι που είχε σκουπίσει τον μικρό Ορέστη. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό, χαμογέλασε και μετά έκλεισε για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια της…. Είχε βρει τον δικό της τρόπο να γεμίσει αυτό το μισοτελειωμένο moleskin….